- ποίμνῃσιν
- ποίμνῃσινποίμνηflock: fem dat pl (epic ionic )
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
ποίμνῃσιν — ποίμνη flock fem dat pl (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
κατίσχω — και καταΐσχω (Α) 1. κρατώ πίσω, εμποδίζω, συγκρατώ («ἑλίσσεται ἔνθα καὶ ἔνθα... οὐδὲ κατίσχει», Ομ. Ιλ.) 2. οδηγώ προς μια κατεύθυνση («ἐς πατρίδα γαῑαν νῆα κατισχέμεναι», Ομ. Οδ.) 3. προσορμίζομαι, αράζω («ὁρμηθέντες αὐτόθεν κατίσχουσιν ἐς τὰς… … Dictionary of Greek